Αρχική CULTURE Στέλιος Καζαντζίδης: «Ένιωθε πάντα μετανάστης στον τόπο του»

Στέλιος Καζαντζίδης: «Ένιωθε πάντα μετανάστης στον τόπο του»

Εικόνα για τον Στέλιο Καζαντζίδη
Ο Στέλιος στο στούντιο για τον «Δρόμο της επιστροφής»

Ο Στέλιος Καζαντζίδης έφυγε για την γειτονιά των αγγέλων στις 14 Σεπτεμβρίου 2001. Είχε πατήσει τα 70. Ανήμερα του Σταυρού. Μέσα από την αφήγηση του επιστήθιου φίλου του, Νίκου Τζανιδάκη, ανακαλύπτεις τον «άγνωστο» Στέλιο Καζαντζίδη.

Έζησε με το όνειρο της δικής του μετανάστευσης. Τα τραγούδια για τους ξενιτεμένους Έλληνες ακόμα συγκινούν και συναρπάζουν. Δεκαέξι χρόνια μετά, η City View «ακουμπάει» στο φαινόμενο. Γιατί, ό,τι και να γίνει, ο Καζαντζίδης τραγουδιέται ακόμα στις γειτονιές των ανθρώπων. Kαι είναι βέβαιο, ότι θα τον τραγουδούν και οι επόμενες γενεές.

Ερ.: Νίκο, πώς ξεκίνησε αυτό το ταξίδι με τον Στέλιο; Πού γνωριστήκατε; Πώς γνωριστήκατε;
Απ.: Με τον Στέλιο γνωριστήκαμε όταν ήμουν πρωτοετής φοιτητής της Ανωτάτης Γεωπονικής Σχολής Αθηνών, σε ηλικία 17 ετών. Ο Στέλιος είχε έρθει στη Σχολή να δει κάτι κατσίκες, που είχαμε φέρει από την Ελβετία, από την περιοχή Ζάανεν. Τον περίμενε ο Πρύτανης, οι καθηγητές, όλοι. Εγώ ήμουν σε μια γωνιά και ο Στέλιος λέει στον Πρύτανη: «Θα σας πείραζε να με ξεναγήσει ο νεαρός;» και με δείχνει. Τίποτα δεν είναι τυχαίο τελικά. Τον ξενάγησα, μου έδωσε το τηλέφωνό του αλλά δεν τον είχα καλέσει ποτέ.

Ερ.: Είναι ήδη ο γνωστός Στέλιος Καζαντζίδης;
Απ.: Ναι, ο μεγάλος. Στο απόγειο της καριέρας του.

Ερ.: Τι ηλικία ήταν τότε ο Στέλιος;
Απ.: Ο Στέλιος ήταν 35 – 36 χρονών τότε. Μετά από ένα χρόνο, εγώ ήμουν στην Θεσσαλονίκη με μία φίλη μου, η οποία έπαιζε μπάσκετ στον ΠΑΟΚ τότε. Με ξεναγούσε, επειδή πρώτη φορά ανέβαινα στην Θεσσαλονίκη, φοιτητής 18-19 χρονών. Όπως με ξεναγούσε στην έκθεση, ανέβαινε με μία παρέα ο Καζαντζίδης και μου λέει η Λιάνα: «Ωχ, ο Στέλιος». Με πιάνει από το χέρι, λέω εγώ: «Ωχ» και πάω να φύγω. Εκείνη δεν έχει καταλάβει τι γίνεται. Λέω: «Ο Καζαντζίδης». Εγώ πάω να την «κάνω» και μου φωνάζει: «Νικόλα, Νικόλα». Έρχεται και μου λέει: «Το τηλέφωνό μου στο έδωσα για να με πάρεις». Του λέω: «Να μην σας ενοχλήσω…», ξέρεις τώρα, τι να του πω; Εκείνος λέει στην Λιάνα: «Τι κάνετε το βράδυ;». Εκείνη δεν μπορούσε να μιλήσει και του λέω: «Κανένα σουβλάκι θα φάμε, τι να κάνουμε;». Πέρασε και μας πήρε, μας πήγε σε μία ψαροταβέρνα καταπληκτική και από εκεί ξεκίνησε η φιλία μας.

Ερ.: Ποιο έτος συνέβη αυτό;
Απ.: Το 1973 – 1974.

Ερ.: Ακόμα έχουμε την επταετία ή είναι πάνω στην αλλαγή;
Απ.: Είναι στην επταετία. Έτσι ξεκινάει η φιλία μας, η οποία ήταν σημαντική, δοκιμάστηκε και ο Στέλιος την σφράγισε με την θέλησή του να «κοιμηθεί» στην Ελευσίνα για να είμαστε πάντα μαζί, διότι στην Ελευσίνα δεν είχε καμία άλλη σχέση ο Στέλιος, εκτός από εμένα.

Ερ.: Την Ελευσίνα την αγάπησε μέσα από εσένα;
Απ.: Ναι. Γιατί υπάρχουν διάφοροι μύθοι ότι η μάνα του, η Χατζίδαινα, ήταν από την Ελευσίνα. Η Χατζίδαινα ήρθε στην Ελευσίνα όταν γνωριστήκαμε. Δεν είχε κάποια σχέση με την Ελευσίνα.

Ερ.: Ερχόταν και βγαίνατε έξω εδώ στα μπαράκια στη παραλία;
Απ.: Σε ταβερνάκια βγαίναμε κυρίως. Πηγαίναμε στον Λάκη, στην Τράτα αλλά και στο σπίτι μου πολλές φορές. Συνήθως στο σπίτι μου και όταν βγαίναμε σε «ψαροκαταστάσεις». Φυσικά κάναμε και ταξίδια, γιατί εγώ όταν παραιτήθηκα από το Πανεπιστήμιο (όταν τελείωσα από το Πανεπιστήμιο μετά δίδαξα εκεί), κάναμε ταξίδια στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, δηλαδή Γερμανία, Βουλγαρία, Τουρκία. Έχουμε κάνει πολλά ταξίδια με τον Στέλιο.

Ερ.: Εκτός από τους φίλους, οι γνωστοί, οι συμπολίτες σου εδώ στην Ελευσίνα, τον είχαν αγαπήσει τον Στέλιο;
Απ.: Ναι, γιατί ήταν ένα κομμάτι δικό τους. Η Ελευσίνα ήταν ένα κοινωνικό πάζλ με την βιομηχανική ανάπτυξη. Είχε έρθει εργατόκοσμος από όλα τα μέρη της Ελλάδας, που σημαίνει ότι ο Καζαντζίδης υπήρχε μέσα τους. Τον «τραγούδησαν» και τραγούδησε τον πόνο τους. Τραγούδησε την εργατιά, τον έρωτα, τον χωρισμό. Όλα αυτά ήταν πολύ σημαντικά για τους κατοίκους της Ελευσίνας.

Ερ.: Έχω την εντύπωση, Νίκο, ότι για να επιλέξει την τελευταία του κατοικία την Ελευσίνα, το είχε αισθανθεί αυτό, ξέχωρα από την δική σας φιλία και αγάπη. Το είχε εισπράξει.
Απ.: Δεν μπορώ να πω ότι αγαπήθηκε ιδιαίτερα από την Ελευσίνα. Περισσότερη αγάπη του έδειχναν οι Βορειοελλαδίτες, οι Πόντιοι της Βορείου Ελλάδος, που τους λάτρευε. Πιο δεμένος, σε πληθυσμιακό κριτήριο, ήταν με τους Πόντιους.

Ερ.: Ήταν δύο χρόνια άρρωστος;
Απ.: Περίπου ενάμιση χρόνο ήταν άρρωστος.

Ερ.: Δεν άλλαξε γνώμη όμως. Θα μπορούσε να πάει στην Βόρεια Ελλάδα, ειδικά στους Πόντιους, που τον λάτρευαν.
Απ.: Όχι, δεν άλλαξε γνώμη. Ο Στέλιος ό,τι μου έλεγε ήταν χειροπιαστό, δηλαδή η αγάπη του δεν έμενε στα λόγια, στην έδειχνε. Ήθελε να βάλει και αυτή την τελευταία σφραγίδα στη φιλία μας. Κοίταξε μου λέει: «Εγώ θα “κοιμηθώ” στην Ελευσίνα για να είμαστε πάντα μαζί». Ήξερε πού ήταν ο τάφος του πατέρα μου και της μητέρας μου. Ήθελε να είμαστε μαζί.

Ο Στέλιος με τον Νίκο Τζανιδάκη στις πρόβες του δίσκου τους

Ερ.: Για τον Στέλιο έχουν γραφτεί αρκετά πράγματα. Τι άνθρωπος ήταν; Δεν θέλω να μου απαντήσεις από την πλευρά του φίλου, αλλά σαν ένας παρατηρητής που έβλεπε αυτόν τον άνθρωπο στο πάλκο, στην κοινωνική και στην προσωπική του ζωή.
Απ.: Ο Στέλιος ήταν ένα σπάνιο φαινόμενο. Εγώ έτυχε να γνωρίσω πολύ κόσμο και μέσα από το Πανεπιστήμιο και από τον χώρο των συγγραφέων, όπως τον Βασίλη Βασιλικό, τον Κυριάκο Διακογιάννη, τον Λευτέρη Παπαδόπουλο, που είναι φίλοι μου. Καθώς επίσης και από τον χώρο του θεάτρου και του κινηματογράφου, όπως τον Γιώργο Αρμένη. Σημαντικοί άνθρωποι από άλλους χώρους, όπως ο Γιώργος Πυρουνάκης, ο οποίος ήταν ο νονός μου και από τους καλύτερούς μου φίλους, τους οποίους γνώρισα με τον Στέλιο και έγιναν κι εκείνοι φίλοι. Επίσης, η Ειρήνη Παππά, η Μαρινέλλα, ο Πάριος. Οι γνωριμίες μου είναι σημαντικές.

Μέσα από όλον αυτό τον κόσμο, που είναι αξιόλογος και σοβαρός αλλά και φίλοι μου, ο Στέλιος ήταν κάτι άλλο για εμένα. Τον θαύμαζα γιατί δεν μπορούσες να εξαγοράσεις τις αρχές του και τα πιστεύω του με όλα τα χρυσάφια του κόσμου. Ήταν ένα αρσενικό. Σήμερα, άμα πεις την λέξη αρσενικό, μπορεί και να σε παρεξηγήσουν, ότι είναι ρατσιστικό και σεξιστικό. Ο Στέλιος ήταν ένας άντρας με όλη την σημασία της λέξης. Δεν κινδύνευες από αυτόν. Ήταν βαθιά έντιμος. Δηλαδή, μπορούσε να κοιμηθεί με την γυναίκα σου δίπλα. Ήταν φίλος. Ήταν «καθαρός» άνθρωπος.

Επειδή εμένα με ζητούσαν διάφοροι, του έλεγα του Στέλιου: «Με πήρε ο τάδε» -δεν χρειάζεται να πω ονόματα- και μου έλεγε: «Όχι, δεν θα πας». Κάποια στιγμή με ζήτησε ο Μιχάλης Χαλκιαδάκης. Λέω στον Στέλιο: «Με πήρε ο Χαλκιαδάκης τηλέφωνο» και μου λέει: «Ο Μιχάλης είναι καλό παιδί». Ο Μιχάλης ήταν maître όταν ο Στέλιος ήταν στα νυχτερινά κέντρα. Πράγματι, πήγα και γνώρισα τον Χαλκιαδάκη. Είχε πολλά μαγαζιά στην Αθήνα και μου έκανε το τραπέζι στην “Αθηναία”. Εκεί μου είπε, ο Μιχάλης, πως ό,τι έχει κάνει το έχει κάνει από τον Στέλιο. Ήταν maître στον Στέλιο και έβγαζε αρκετά χρήματα. Τον Στέλιο τον πήγαινε μέχρι την Κνωσού, που έμενε τότε, γιατί ήταν ένα δίμετρο παλικάρι ο Μιχάλης και τον προστάτευε. Διότι όταν τραγουδούσε ο Καζαντζίδης, όλα τα μαγαζιά έκλειναν και υπήρχαν απειλές.

Εκείνο το βράδυ, ο Μιχάλης, μου έκανε μία συγκλονιστική πρόταση. Πρέπει να ήταν το 1982. Η πρόταση ήταν 20 εκατομμύρια την βραδιά. Όποιος είχε εκατομμύρια, ήταν εκατομμυριούχος σε δραχμές τότε. Μου λέει: «Με το “Ναι” το δικό σου 500 εκατομμύρια». Του λέω: «Το “Ναι” το δικό μου δεν έχει καμία αξία». Μόνο άμα στο πει ο Στέλιος. Εγώ περίμενα να τον βρω στα καλά του. Ήμασταν ένα βράδυ και ψαρεύαμε στον Άγιο Κωνσταντίνο. Είχαν περάσει 15 ημέρες. Μου λέει: «Στο αγκίστρι μου παίζει ένας σαργός». Όσο καλός τραγουδιστής ήταν άλλο τόσο καλός ψαράς ήταν. Του λέω: «Δεν με ρώτησες τι με ήθελε ο Χαλκιαδάκης». Μου λέει: «Γιατί σάμπως εσύ μου είπες;». Ο Στέλιος δεν θα με ρωτούσε ποτέ. Του λέω: «Τι να σου πω τώρα;». Μου λέει: «Βρε, τον κάρφωσα» και ανεβάζει το ψάρι. Του λέω: «Τώρα θα στο πω. Κοίταξε να δεις, 200 ώρες δουλειάς, δικές σου, 4 δις». Γυρνάει και μου λέει: «Και δεν μου λες πολυαγαπημένε μου, πες ότι είχαμε (όχι ότι είχα) 4 δις. Τα ψαράκια, που είναι κάτω από την βάρκα, το ξέρουν; Το εκτιμούν καλύτερα;». Έτσι ακριβώς το είπε, δεν θα το ξεχάσω ποτέ. Του απάντησα όχι. Και τελείωσε εκεί η συζήτηση. Πείτε μου, στον πλανήτη γη, έναν καλλιτέχνη που να του δώσουν 4 δις για μία σεζόν και δεν θα τα πάρει. Δεν υπάρχει. Αυτός ήταν ο Καζαντζίδης. Όπως είπα και προηγουμένως, ήταν βαθιά έντιμος. Και είχε, επίσης, πάρα πολύ χιούμορ, ενώ τον νόμιζαν “βαρύ”.


“Μετά από χρόνια θα’ θελα ο κόσμος να λέει, μια φορά και έναν καιρό υπήρχε ένας τραγουδιστής που τραγούδησε τον πόνο του με ειλικρίνεια, γιατί ήταν ένας πιο πονεμένος από αυτούς. Που τους σεβάστηκε και δεν έβαλε το χέρι στην τσέπη τους, γιατί ένιωθε ότι είναι ένας απ’ αυτούς. Που από τότε που γνώρισε τον εαυτό του ως το τέλος, σε ό,τι πίστευε, δεν νέρωσε ποτέ το κρασί του. Έτσι θα’ θελα να με θυμούνται”.
                                                   Από το βιβλίο «ΑΠΟΜΕΣΗΜΕΡΟ ΜΕ ΤΟΝ ΣΤΕΛΙΟ»
                                                                   του Πάνου Υφαντή και Νίκου Τζανιδάκη


Ερ.: Έχουν γραφτεί πάρα πολλά για την σχέση του με την Μαρινέλλα. Τελικά, ήταν ένας θυελλώδης έρωτας, που εξελίχθηκε σε μία αγάπη εκ των υστέρων μεταξύ τους.
Απ.: Η Μαρινέλλα ήταν ένας σημαντικός σταθμός στην ζωή του Στέλιου. Την αγάπησε βαθιά. Δεν μπορώ να πω παραπάνω πράγματα, γιατί έζησε και με την Βάσω 25 ολόκληρα χρόνια. Όμως σίγουρα, η Μαρινέλλα ήταν μέσα του. Μπορώ να πω, ότι την κουβαλούσε μέσα του μέχρι την τελευταία του στιγμή. Ήταν αληθινή αγάπη. Δεν ήταν ένας φευγαλέος και περιστασιακός έρωτας. Δεν χρειάζεται να πω κάτι άλλο. Εγώ μετά από πολλά χρόνια, τον Στέλιο και την Μαρινέλλα, τους έφερα πάλι κοντά, μιλήσαμε και βγήκαμε. Χαρακτηριστικά ένα βράδυ τρώγαμε ψάρι στην Κηφισιά οι τρεις μας. Μετά ανεβήκαμε πάνω στο καζίνο. Εκεί ήταν όλοι φίλοι, δεν πηγαίναμε για να παίξουμε. Αν θα παίζαμε μόνο για πλάκα, ένα πεντοχίλιαρο σε δραχμές τότε.

Στανίση, Καζαντζίδης και Τζανιδάκης στο στούντιο για τον «Ελεύθερο»

Ερ.: Εγώ έτυχε να τον συναντήσω δύο φορές και θεωρώ ότι ήταν ένας από τους πιο κλειστούς ανθρώπους, που έχω γνωρίσει στη ζωή μου. Δεν ήταν καθόλου εκδηλωτικός.
Απ.: Ο Στέλιος ήταν ένας πονεμένος άνθρωπος. Ήταν λίγο κλειστός, γιατί στην Ελλάδα, είχε μία διαφορά από τους άλλους καλλιτέχνες, που βγαίνω και είναι φίλοι μου. Ο Στέλιος δεν είχε θαυμαστές, είχε οπαδούς. Εκεί, λοιπόν, ξεκινούσε ένα μεγάλο πρόβλημα. Όπου πηγαίναμε είχαμε πρόβλημα. Ο κάθε Έλληνας, νόμιζε ότι είχε ζήσει με τον Καζαντζίδη.

Μου είχε τύχει να έρθει ένας πατέρας γιατρού, ενώ τρώγαμε στο Μενίδι της Άρτας, να πει στον Στέλιο: «Θυμάσαι που κάναμε φυλακή στο Γεντί Κουλέ;». Ο Στέλιος δεν είχε περάσει ποτέ ούτε έξω από το δικαστήριο, όχι από τη φυλακή. Αυτός το ένιωθε, το πίστευε, νόμιζε ότι ήταν έτσι.

Ερ.: Θυμάμαι ότι δεν ξαναγύρισε ποτέ στον Μάτσα. Έτσι δεν είναι;
Απ.: Έδωσαν τον δίσκο «Ο δρόμος της επιστροφής» από τα 50 τραγούδια, που του χρωστούσε. Εκεί υπάρχει κι ένας άλλος μύθος, ότι τον Στέλιο τον αποδέσμευσε ο Τρίτσης. Ο Τρίτσης πέρασε τότε ένα νομοσχέδιο στην Βουλή, το οποίο μιλούσε για τις συμβάσεις, δηλαδή ότι ο καλλιτέχνης γενικότερα πρέπει να έχει μια σύμβαση μέχρι 3 χρόνια. Από εκεί και πέρα δεν μπορείς να δεσμεύεις τον καλλιτέχνη. Ο νόμος, που πέρασε, ήταν χρονικής δέσμευσης. Όμως, ο Στέλιος είχε μία ποσοτική δέσμευση. Ο Μάτσας του είπε: «Δεν σε κρατάω, πες μου τα 50 τραγούδια που μου χρωστάς και φύγε». Τότε, λοιπόν, εγώ τα βράδια δεν κοιμόμουν, διότι σκεφτόμουν. Είχαν εμπλακεί πολλοί δικηγόροι.

Τότε, ενώ υπηρετούσα στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, πήγα στον Σταθόπουλο, ο οποίος ήταν καθηγητής και Πρύτανης στο Πανεπιστήμιο και μετέπειτα υπουργός Δικαιοσύνης. Αφού του τα εξήγησα όλα, μου έκανε μία γνωμοδότηση, ότι η σύμβαση αυτή θεωρείται λεόντειος. Δηλαδή, ότι ναι μεν χρωστάει αλλά θα στα δώσει όποτε θέλεις. Δεν μπορείς να τον δεσμεύεις, να μην μπορεί να τραγουδήσει. Αμέσως μετά, κάναμε τον δίσκο «Ελεύθερος», που είναι δική μου παραγωγή. Περιλαμβάνει τα «Πέτρινα χρόνια» με τον Σπανουδάκη, «Η μάνα», «Ζηλεύω τα πουλιά», «Αν ρωτάς να σου πω» με τον φίλο μου Μάνο Ελευθερίου. Ο δίσκος «Ελεύθερος» ήταν συγκλονιστικός, τον οποίο λάτρεψε ο Καζαντζίδης.

Νίκος Αλιάγας

Θα αναφερθώ και στον Νίκο Αλιάγα, διότι είναι ένα παιδί πολύ αξιόλογο. Ο Νίκος ήταν 18 χρονών όταν τον γνώρισε ο Στέλιος. Αξίζει να αναφέρουμε, ότι ήταν ένα παιδί, που γεννήθηκε στο Παρίσι και είχε μία ραδιοφωνική εκπομπή μίας ώρας στον σταθμό των Αρμενίων «Γεια σου». Τότε, λοιπόν, έλεγαν όλοι μια συνέντευξη από Έλληνες καλλιτέχνες. Οι περισσότεροι του γύριζαν την πλάτη. Με πήρε τηλέφωνο, μου είπε ότι θέλει μια συνέντευξη από Έλληνα καλλιτέχνη και του είπα να έρθει στην Ελλάδα. Έτσι, ήρθε ο Νίκος, τον γνώρισε ο Καζαντζίδης και τον αγάπησε, γιατί ήταν πολύ «καθαρό» παιδί. Μου είπε ο Στέλιος: «Αυτός θα γίνει και θα είναι πάντα Έλληνας». Ο Στέλιος πάντα ενδιαφερόταν για την καριέρα του Νίκου. Όντως, ο Νίκος έγινε και ο Στέλιος τον καμάρωνε. Ήταν από τα αγαπημένα του παιδιά.

Καζαντζίδης – Αλιάγας Νίκος, στο σπίτι του Νίκου

Ερ.: Για πιο λόγο, ο Καζαντζίδης, κάποια στιγμή δεν ήθελε να τραγουδάει στα νυχτερινά μαγαζιά; Είχε παίξει ρόλο η Μαρινέλλα σ’ αυτό μετά τον χωρισμό τους;
Απ.: Όχι, ίσα-ίσα η Μαρινέλλα τον παρακινούσε να τραγουδάει στα νυχτερινά μαγαζιά. Ο Στέλιος είδε μία «άγρια» νύχτα της τότε εποχής. Ήταν όλοι με τις απειλές, με χειροβομβίδες και διάφορα τέτοια πράγματα. Ένα τυχαίο γεγονός, τον έκανε να αναρωτηθεί: «Τι δουλειά έχω εγώ εδώ; Είμαι τραγουδιστής, θα κάνω τους δίσκους μου, θα κάνω τις συναυλίες μου, στην Ελλάδα και στο εξωτερικό». Εκείνη την εποχή, ήταν μια Ελληνοαμερικανίδα, η οποία κάθε βράδυ ήταν στα μπουζούκια εκεί που τραγουδούσε ο Στέλιος. Ένα βράδυ έσπασε ένα μπουκάλι, έφυγε ο πάτος του μπουκαλιού, πέρασε δίπλα από τον Στέλιο και καρφώθηκε πίσω στο ντεκόρ. Τότε αναρωτήθηκε: «Θα με σκοτώσουν κιόλας;». Ίσως αυτή ήταν η τελευταία αφορμή. Δεν τον «γέμισε» ποτέ η νύχτα. Ο Καζαντζίδης ήταν άνθρωπος της ημέρας. Ήθελε να βλέπει τον ήλιο. Ήθελε να ζήσει με την φύση. Ήξερε πώς ανοίγουν τα λουλούδια. Ήξερε πώς ζευγαρώνουν τα πουλιά. Ήξερε την θάλασσα, ήξερε πότε κάνει ρήχο, δηλαδή πότε «τραβιέται» η θάλασσα και πού.

Ένα πρωινό, ενώ ήμασταν φιλοξενούμενοι σε ένα πολύ ωραίο σπίτι, περπατούσαμε και μου είπε: «Κοίταξε να δεις, ο Τσιτσάνης αυτό το πράγμα δεν το έχει δει ποτέ. Βγαίνει την νύχτα και κοιμάται όλο το πρωί». Με αυτό, θέλω να πω, πως δεν ήταν άνθρωπος της νύχτας και του μπουζουκιού, με αυτή την έννοια. Έβγαζε ψυχή από το τραγούδι του.

Ερ.: Ο Καζαντζίδης γεννήθηκε φτωχός και πέθανε φτωχός;
Απ.: Ο Καζαντζίδης γεννήθηκε πλούσιος, πολύ πλούσιος στην ψυχή, διότι δεν τον ένοιαζε τίποτα άλλο, και πέθανε, επίσης, πολύ πλούσιος. Υλικά και υλιστικά για εμάς ήταν φτωχός, αλλά για εκείνον, δεν ήταν. Ένα από τα πολύ θετικά του στοιχεία, πράγμα που μου το έμαθε, ήταν ότι είχε εντοπίσει τις ανάγκες του. Εκεί, λοιπόν, δεν μπορούσες να «παίξεις» με τον Καζαντζίδη. Για να δώσω μία εξήγηση πάνω σ’ αυτό θα αναφέρω ένα παράδειγμα. Οδηγούσε ένα Honda. Η Honda μπορεί να έβγαζε 100 καινούργια μοντέλα, εμείς μπορεί να το είχαμε αλλάξει, όμως εκείνος δεν θα το άλλαζε. Ήξερε ότι μπορούσε να περάσει με δυο φέτες ψωμάκι, δυο ντομάτες από τον κήπο, ελιές και δυο μπαλαδάκια που θα βγάζαμε. Ήταν ένας άνθρωπος, που είχε εντοπίσει τις πραγματικές ανάγκες του και όχι τις πλασματικές, που μας επιβάλλουν. Τον Καζαντζίδη δεν τον ενδιέφεραν αυτά. Άρα ήταν πλούσιος.

Ερ.: Πώς γνώρισε την Βάσω;
Απ.: Την γνώρισε τότε στους σεισμούς της Θεσσαλονίκης το 1978 και την ερωτεύτηκε. Η Βάσω από την πρώτη στιγμή τον ταλαιπώρησε. Στο πρώτο ραντεβού, ήταν η Βάσω με μία τουαλέτα και εκείνος την πήγε στην Χαλκιδική για ψάρεμα. Καθώς ξημέρωνε, η Βάσω διψούσε και βγήκανε σε ένα μποστάνι, της έκοψε καρπούζι ο Στέλιος και της έδωσε να φάει, ώστε να ξεδιψάσει. Η Βάσω, λοιπόν, στάθηκε δίπλα του. Έχει ταΐσει τη μισή Ελλάδα, όποιος περνούσε από τον Άγιο Κωνσταντίνο έτρωγε. «Δρυὸς πεσούσης πᾶς ἀνὴρ ξυλεύεται», έλεγαν. Με αυτή τη φράση θέλω να πω, πως όσο ζούσε ο Καζαντζίδης, δεν τολμούσε να πει κανείς τίποτα για την Βάσω.

Στην αρρώστια του, πράγματα που τα έχω ζήσει γιατί ήμουν 40 μέρες μαζί του, με πιάνει ο Νίκος Ζαμπόγλου -διότι είχαμε ένα δωμάτιο που είχε το κρεβάτι του Στέλιου, έναν διάδρομο και το κρεβάτι της Βάσως- και μου είπε να πω στην Βάσω να φύγει για να ξεκουραστεί. Η Βάσω δεν δέχτηκε να φύγει, ήθελε να είναι κοντά του. Όταν γύρισε της είχαν πέσει τα μαλλιά. Φυσικά υπήρξαν και άλλες πολλές παρόμοιες στιγμές. Θυμάμαι ότι πήγα ένα μεσημέρι και είχε πιάσει η Νίνα τον Στέλιο και η Βάσω τραβούσε τα λερωμένα σεντόνια με τα δόντια της. Όταν την είδα, της είπα «Τι κάνεις εκεί Βασούλα;» και μου είπε: «Δεν θέλω να δει καμία τον Καζαντζίδη γυμνό». Όπως είπα, ήταν συγκλονιστική γυναίκα δίπλα του.

Ερ.: Είχε μεγάλη διαφορά ηλικίας με την Βάσω;
Απ.: Είχαν 20 χρόνια διαφορά, αλλά ο Στέλιος ήταν ένας άνθρωπος ζωντανός.

Ερ.: Το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του το πέρασε στον Άγιο Κωνσταντίνο;
Απ.: Ναι, από το 1963 και μετά, που αγόρασε το κτήμα. Μετά τον χειμώνα, πήγαινε στον Άγιο Κωνσταντίνο μόνιμα και ψάρευε. Αυτή ήταν ζωή του.

Έβαλε, λοιπόν την βαλίτσα και την κιθάρα, όπως γύρισε από το Ισραήλ μέσα στο amficar και είπε στην Μαρινέλλα να πάνε με αυτό στην Θεσσαλονίκη. Εκείνη, δεν δέχτηκε και του είπε ότι θα πάει με το αεροπλάνο. Έτσι, ο Στέλιος ανέβηκε στην Θεσσαλονίκη με το amficar. Πήγε και βρήκε την Μαρινέλλα με την αδερφή της, την Λούλα και τον άντρα της, τον Βασίλη Γρηγοριάδη, ο οποίος ήταν ποδοσφαιριστής στον ΑΡΗ τότε.

Είπε ο Στέλιος στον Βασίλη, να πάνε να πάρουν ψάρια. Ο Βασίλης, νόμιζε ότι θα πήγαιναν στην ψαραγορά, μέχρι που έφτασαν στο Καραμπουρνάκι και μπήκε, με το amficar, ο Στέλιος μέσα στη θάλασσα. Ο Βασίλης τα έχασε. Ανοίχτηκαν στη θάλασσα και έριξαν την άγκυρα. Άρχισαν να ρίχνουν και τις πετονιές, μέχρι που χάλασε ο καιρός και ξεκίνησε μπουρίνι. Δεν πρόλαβαν να μαζέψουν την άγκυρα και τους βούλιαξε ένα κύμα. Βούλιαξε το amficar, ο Στέλιος πιάστηκε από την κιθάρα του και ο Βασίλης από την βαλίτσα. Ο καιρός δεν βοηθούσε και έτσι απομακρύνονταν. Είχαν χάσει τα ρούχα τους και κόντευαν να πνιγούν.

Ένα καραβάκι, το οποίο έκανε μια διαδρομή μάλλον Θεσσαλονίκη-Καραμπουρνάκι, τους βρήκε και τους μάζεψε. Την άλλη μέρα πήγαν δύτες και σήκωσαν το amficar και το καθάρισαν. Όταν τελείωσε η τραγουδιστική σεζόν τους, ο Καζαντζίδης πρότεινε ξανά στη Μαρινέλλα να κατέβουν στην Αθήνα με το amficar. Εκείνη φυσικά πάλι δεν δέχτηκε και γύρισε με το αεροπλάνο.

Ο Ανδρέας Καϊάφας, ιδιοκτήτης MBI, απονέμει τον χρυσό δίσκο «Βραδιάζει» στον Νίκο Τζανιδάκη

Ερ.: Πολιτικά δεν είχε εκφραστεί ποτέ. Έτσι δεν είναι;
Απ.: Ήταν ένας δημοκρατικός άνθρωπος, μπορώ να σου πω αριστερός αλλά όχι με την έννοια της πρώτης αριστεράς. Είχε απογοητευτεί από τους Έλληνες πολιτικούς.

Ερ.: Τον είχαν πλησιάσει πολιτικά πρόσωπα;
Απ.: Όλοι. Ανάμεσά τους και ο Ανδρέας Παπανδρέου και η Μελίνα Μερκούρη. Εγώ τον έπεισα, μια φορά, να πάμε σε ένα τραπέζι, που είχε η Μελίνα Μερκούρη προς τιμήν του. Την αγαπούσε την Μελίνα, όπως και την Ειρήνη Παππά. Όταν ήμασταν σε εκείνο το τραπέζι, του είπε η Μελίνα: «Κοίταξε να δεις τι σου έχω, τις συναγρίδες σου μαζί με μαγιονέζα». Με σκούντηξε και μου είπε ο Στέλιος: «Δεν μου λες πολυαγαπημένε μου, εμείς θα φάμε από αυτά τα “μακιγιαρισμένα”; Πάμε στον Άγιο Κωνσταντίνο να βγάλουμε δυο μπαλαδάκια να φάμε».

Ερ.: Θέλουμε να μας πεις 2-3 περιπτώσεις από το χιούμορ του Καζαντζίδη, το οποίο έχουν περιγράψει κι άλλοι άνθρωποι, οι οποίες έχουν μείνει σε εσένα και δεν τα ξέρει ο κόσμος.
Απ.: Εμένα με γνώρισε ως φοιτητή, με είδε να διδάσκω στο Πανεπιστήμιο, με είδε να παραιτούμαι από το Πανεπιστήμιο και να ξεκινάω δουλειές. Όταν ξεκινούσα δουλειές, πάντα μελαγχολούσε. Θυμάμαι, μου έλεγε να μην κάνω δουλειές στην Ελλάδα. Το όνειρό του ήταν να φύγουμε από την Ελλάδα. Ήθελε να ζήσουμε πιο ήρεμα, σε έναν «γλυκό» τόπο, ας πούμε στην Φλόριδα ή στην Κύπρο.

Ερ.: Το είχε καημό το ότι δεν έκανε δικά του παιδιά; Τον στεναχωρούσε;
Απ.: Όχι, γιατί υπήρχαν παιδιά, που τα ένιωθε σαν δικά του, όπως τα δικά μου παιδιά, τον Κώστα και τον Μπάμπη. Ο Στέλιος έβλεπε μακριά. Έβλεπε μια κοινωνία, που ήταν άναρχη, δεν είχε αξιοκρατία, δεν είχε αυτά που ήθελε εκείνος να έχει. Σκεφτόταν, τι θα έκαναν αυτά τα παιδιά και να τα έφερνε στον κόσμο. Πίστευε ότι θα βασανίζονταν. Εκεί έβρισκε μια δικαιολογία στο ότι δεν είχε εκείνος παιδιά. Έτσι, το είχε ξεπεράσει τελείως.

Ερ.: Πώς γνωρίστηκε με τον Μάνο Χατζιδάκι;
Απ.: Ο Μάνος ήταν ένας τραγουδιστής, που ήθελαν όλοι να συνεργαστούν μαζί του. Ο Θεοδωράκης συνεργάστηκε μαζί του, τον έφερε τότε ο Μάτσας. Ο Καζαντζίδης με τον Μάνο, γνωρίστηκαν το 1956 και έκαναν εκπληκτικά τραγούδια. Όταν το ελληνικό τραγούδι ήταν στους τεκέδες, τη δεκαετία του ’50 και υπήρχαν μόνο λαϊκά κέντρα, ο Καζαντζίδης έκανε συναυλίες στην Αμερική, στην Γερμανία και στην Αυστραλία. Έφερε το ρεμπέτικο τραγούδι, που είχε εξελιχθεί και σε χασικλίδικο και το έκανε λαϊκό. Τραγούδησε Βυζαντινούς δρόμους. Το 1959 έκανε την φοβερή επανάσταση να τραγουδήσει Χατζιδάκι, όπως τον «Κυρ’ Αντώνη», την «Αθήνα», το «Παλικάρι», δηλαδή συγκλονιστικά τραγούδια, που είναι μοναδικά. Ο Καζαντζίδης λάτρεψε τον Χατζιδάκι. Τον θεωρούσε μεγάλο συνθέτη και πολύ αρσενικό.

Ερ.: Με αυτά που μας έχεις περιγράψει, θεωρώ ότι ο Καζαντζίδης πίστευε, ότι ήταν μετανάστης στον τόπο του. Επειδή τα τραγούδια της ξενιτιάς, τα έχω ακούσει πολλές φορές και συγκινούμαι ιδιαίτερα.
Απ.: Ναι, ήταν μετανάστης στον τόπο του. Αυτό ένιωθε και το είχε πει. Σε αυτά τα τραγούδια της ξενιτιάς, έχει βάλει όλη του την ψυχή. Η μετανάστευση τότε ήταν πολιτικό γεγονός. Ουσιαστικά ήταν πολιτικά τραγούδια.

Ο Καζαντζίδης, ζει μέσα στην καρδιά των αληθινών Ελλήνων, όχι αυτών που το γράφει μόνο η ταυτότητά τους. Αυτών των ανθρώπων, που είναι Έλληνες και ζουν σαν Έλληνες και δυστυχώς οι περισσότεροι από αυτούς, ζουν εκτός Ελλάδας. Αυτό είναι αλήθεια και αυτό πληρώνει ο τόπος μας.

Ερ.: Με το χέρι στην καρδιά, πιστεύεις ότι ο Καζαντζίδης, ήταν η πιο γνήσια λαϊκή φωνή σε αυτή την χώρα;
Απ.: Ο Καζαντζίδης ήταν η πιο γνήσια λαϊκή φωνή και η πιο γνήσια λαϊκή ψυχή. Η φωνή του και η ψυχή του πήγαιναν «πακέτο». Ακόμα και όταν πηγαίναμε στο στούντιο ήταν πολύ απλός, δεν τον ενδιέφερε ούτε να φτιαχτεί, με τις παντόφλες ήμασταν.

Τότε, είχε έρθει στην Ελλάδα, ο Mauro Bolognini (Μάουρο Μπολονίνι), μεγάλος Ιταλός σκηνοθέτης, ο οποίος ετοίμαζε την “Αΐντα” του Τζουζέπε Βέρντι, στην Αίγυπτο. Ήταν μία μεγαλειώδης παράσταση, είχαν πάει πρωθυπουργοί από όλο τον πλανήτη να την παρακολουθήσουν. Κάποια στιγμή, πήγα ένα πρωτόλειο του τραγουδιού «Η μάνα», στον Γιάννη Διαμαντόπουλο, ο οποίος είναι πολύ καλός μου φίλος και μου είχε ζητήσει να το ακούσει. Μαζί με τον Διαμαντόπουλο, άκουσε το τραγούδι και ο Μπολονίνι, ο οποίος είχε πει ότι ήταν μια θεϊκή, μια παγκόσμια φωνή. Ο Μπολονίνι με ρώτησε αν μπορούσα να του γνωρίσω τον Καζαντζίδη, γιατί τον ήθελε για την παράσταση που ετοίμαζε.

Ένα άλλο πρόσωπο που είχε εκφραστεί αναλόγως, ήταν ο Γενικός Διευθυντής της Phillips, ο Βίκος Αντύπας, ο οποίος πήγαινε Ολλανδία από την Αυστραλία και σταμάτησε στην Ελλάδα για να ακούσει τον Καζαντζίδη. Τότε φτιάχναμε τον δίσκο «Ελεύθερος». Ο Βίκος είχε μάθει ότι υπήρχε μια μεγάλη φωνή στην Ελλάδα, από την Νάνα Μούσχουρη, διότι η ίδια είναι στην Phillips. Φυσικά, η παραγωγή ήταν δική μου. Με ρώτησε αν μπορούσε να έρθει στο στούντιο να τον ακούσει και το δέχτηκα ευχαρίστως. Έμεινε άναυδος και συγκλονισμένος όταν τον άκουσε. Θυμάμαι ότι μου είπε: «Ο Καζαντζίδης είναι μέσα στις τρεις μεγάλες φωνές του κόσμου». Του ζήτησα να μου δώσει μια εξήγηση και μου είπε το εξής: «Είναι η άνεσή του, η ψυχή του. Μπορεί να μην καταλαβαίνω ελληνικά αλλά καταλαβαίνω τι κάνει. Όμως είναι και η φωνή του, η οποία ξεκινάει από τα έγκατα της γης σαν μια τεράστια σωλήνα, ανεβαίνει στα ουράνια και εξακολουθεί να έχει το ίδιο εύρος». Αν ακούσετε και προσέξετε, ο Καζαντζίδης ανεβαίνει τις οκτάδες και η φωνή του εξακολουθεί να είναι αντρική. Γι’ αυτό τον χαρακτήρισε από τις τρεις μεγαλύτερες φωνές του κόσμου. Αυτός ήταν ο Καζαντζίδης.


Αυτή την συνέντευξη την αφιερώνω στη μνήμη του Ανδρέα Αλιάγα. Ο Ανδρέας Αλιάγας αγάπησε τον Στέλιο, σαν μετανάστης, μέσα από τα τραγούδια του και ο Στέλιος αγάπησε τον Ανδρέα μέσα από τον γιο του, τον Νίκο. Το κοινό σημείο ήταν η αγάπη. Αυτή η συνέντευξη, λοιπόν, είναι αφιερωμένη στη μνήμη του Ανδρέα Αλιάγα που χάθηκε στις 11 Μαΐου.
                                                                                 Αφιέρωση του Νίκου Τζανιδάκη

Εφημερίδα City View – 5ο τεύχος
Α. Θεοφιλόπουλος