Αρχική CULTURE Ραντεβού στον αέρα: Ποιοι «έθαψαν» την ταινία, ποιοι την αποθέωσαν

Ραντεβού στον αέρα: Ποιοι «έθαψαν» την ταινία, ποιοι την αποθέωσαν

Ραντεβού στον αέρα

Ραντεβού στον αέρα και ραντεβού με τους κριτικούς.

Ραντεβού στον αέρα, μια ελληνική ταινία του Γιάννη Δαλιανίδη. Με τους Ρένα Βλαχοπούλου, Κώστα Βουτσά, Μάρθα Καραγιάννη.

Τρεις αεροπόροι, οι αισθηματικές τους περιπέτειες και η ομοιότητα της Τζένης Σταθάτου/Ρένας Βλαχοπούλου με τη… Ρένα Βλαχοπούλου. Ατία παρεξηγήσεων.

Η σκηνή με το χαλασμένο πικάπ να παίζει σε λάθος στροφές το «Έχω στενάχωρη καρδιά» είναι απόλαυση.

Στο blog vlahopoulou.blogspot.com διαβάζουμε για την κριτική των εφημερίδων…

Την 1η Φεβρουαρίου 1966 οι περισσότερες αθηναϊκές εφημερίδες δημοσίευσαν την κριτική τους. Ήταν το τέταρτο μιούζικαλ του Γιάννη Δαλιανίδη και της Φίνος Φιλμ Ραντεβού στον αέρα.

Ολοκληρώνοντας, κατά κάποιον τρόπο, την ενότητα των κριτικών για τα τέσσερα πρώτα μιούζικαλ του Δαλιανίδη. Επίσης αποτελούν μια ενότητα στο έργο του αλλά και στην ιστορία του είδους. Θα δούμε σήμερα τι γράφτηκε στον Τύπο για τη “φαντασμαγορική” αυτή κωμωδία (όπως δηλωνόταν στους τίτλους της ταινίας).

Ανεκδιήγητον σενάριο

Στην Καθημερινή η Ροζίτα Σώκου δεν αναφέρθηκε καν στην ταινία, σημειώνοντας απλώς ότι την εβδομάδα εκείνη δεν υπήρχε λόγος να υπερηφανεύεται κανείς για την ελληνική παραγωγή. Η Εστία, ως συνήθως, γκρίνιαξε για το αποτέλεσμα. Η ανυπόγραφη κριτική της, αφού σταθεί για λίγο στα τεχνικά επιτεύγματα της ταινίας, κάνει λόγο για “ανεκδιήγητον σενάριο”, “αλλοπρόσαλον σκηνοθεσίαν”, “πρόχειρον χορογραφίαν”, συσσωρευμένη κακογουστιά και τόσο κακή προσπάθεια αντιγραφής ξένων τρυκ με αποτέλεσμα η ταινία να “βλέπεται με δυσφορίαν από τον μέσον θεατήν”.

Για τις ερμηνείες γράφει: “Είναι κρίμα ότι εις ένα τόσω ‘φθηνό’ θέαμα χαραμίζονται η κ. Ρ. Βλαχοπούλου, η κ. Μ. Καραγιάννη και ο κ. Κ. Βουτσάς, παρά τας ανεπιτρέπτους πολλάκις υπερβολάς του'”. Και καταλήγει με μια απορία: “Διατί παραχωρούνται με τόσην ευκολίαν οι χώροι των μονάδων της Β. Αεροπορίας εις μίαν ταινίαν που έχει ήρωας τρεις απειθάρχους σμηνίτας και ένα γελοίον εκπαιδευτήν;” (Γελοίος άραγε επειδή αγαπά τη Ρένα Βλαχοπούλου;… Τουλάχιστον αυτή τη φορά η Εστία δεν μίλησε για θεατρικό παίξιμο της Ρένας!).

Ανούσια κωμωδία…

“Υπερελαφρή, ανούσια κωμωδία” χαρακτηρίζει την ταινία ο Α. Μοσχοβάκης (Αυγή, 1-2-1966), “ασήμαντη και ανιαρή μ’ όλο το χαριτωμένο αυτοσχεδιασμό της Βλαχοπούλου και του Βουτσά”. Στο δε μουσικό μέρος το Ραντεβού στον αέρα “θέλγει με μερικά ζωηρά τραγουδάκια που εκτελούν η πρωταγωνίστρια και ο Γιάννης Βογιατζής”. Ο Μοσχοβάκης θεωρεί πως το ελληνικό μιούζικαλ “δεν θ’ αποκτήσει ποτέ ένα χαρακτήρα εφ’ όσον αποφεύγει ν’ αντλεί τα θέματά του από την πραγματικότητα”.

Ο Τ.Μ. στο Βήμα θεωρεί πως ο Δαλιανίδης, “για μια ακόμα φορά, αντιγράφει τον προ εικοσαετίας περίπου Αμερικάνικο κινηματογράφο” και πως μέχρι τώρα έχει δώσει “πιο ευσυνείδητα και καλόγουστα δείγματα εργασίας”. Και συμπληρώνει: “Η ταινία έχει βέβαια και τα προσόντα της: σε ωρισμένες σκηνές, τόσο ο Κώστας Βουτσάς όσο και η Ρένα Βλαχοπούλου πραγματοποιούν θαυμάσιες στιγμές προσωπικής επιτυχίας”. Είναι κρίμα που η επιτυχία και των δυο αποδίδεται μόνο στην προσωπικότητά τους. Οι καλύτερες ερμηνείες και των δύο δόθηκαν σε ταινίες του Δαλιανίδη και σε κανενός άλλου σκηνοθέτη…

Ραντεβού στον αέρα: Μια σταγόνα δροσιάς

Η Ελευθερία Ντάνου στην Απογευματινή θεωρεί πως το Ραντεβού στον αέρα είναι μια καλή ελληνική ταινία που δεν υστερεί σε τίποτα από το προηγούμενο μιούζικαλ του Δαλιανίδη, “μια αληθινή χαρούμενη νότα και μια σταγόνα δροσιάς στο ‘διψασμένο’ μας μάτι”. Όσο για τον θίασο του Δαλιανίδη; “Το μπρίο της Ρένας Βλαχοπούλου και η πονηρή φάτσα του κ. Βουτσά γοητεύουν. Το ωραίο τραγούδι του Γιάννη Βογιατζή, το στυλιζαρισμένο παίξιμο του δεύτερου Βογιατζή, η χαριτωμένη εμφάνισι του Ντούζου και η δροσιά των κοριτσιών Καραγιάννη, Λιάσκου, Δαλεζίου, Προκοπίου συνέβαλαν στη δημιουργία και πάλι μιας χαρούμενης ταινίας”.

Περί κόπωσης

Κόπωση διακρίνει στη Ρένα η Μεσημβρινή και στον Δαλιανίδη το Έθνος. Η Μιρέλλα Γεωργιάδου (Μεσημβρινή,1-2-1966) βεβαιώνει το κοινό πως πρόκειται για καινούρια ταινία του Δαλιανίδη, παρά τις καταφανείς ομοιότητες με τις προηγούμενες μουσικοχορευτικές ταινίες του: τα κορίτσια του Ραντεβού μοιάζουν σαν “σιαμαίες αδελφές” με τα Κορίτσια για φίλημα και η σύνθεση των ζευγαριών “που σιγοτραγουδούν και ψευτοχορεύουν” δεν έχει ουσιαστικά αλλάξει σε σχέση με τα πρώτα δύο μιούζικαλ. Για να εντοπίσει κανείς τις διαφορές πρέπει να επιστρατεύσει “πολλή καλή θέλησι και οξεία παρατηρητικότητα”:

“Πρώτον: Ο κοσμοπολίτικος πρόλογος έχει μεταφερθή από την καρτποσταλική Νέα Υόρκη στο εξ’ ίσου χαρτονένιο Παρίσι.

Δεύτερον: Οι Βογιατζήδες έχουν γίνει δύο: Γιάννης Βογιατζής, ο με αξιώσεις ζεν πρεμιέ τραγουδιστής της μόδας, Γιάννης Βογιατζής, ο παντοτεινός παρτενέρ της Ρένας Βλαχοπούλου, ο οποίος παρουσιάζει αυτή τη φορά, όπως και η ντάμα του, καταφανή σημάδια κοπώσεως και ακεφιάς. [Σημείωση του Rena Fan: ακεφιά με μια σκηνή όπως το τραγούδι της Τζένης Σταθάτου στην Αεροπορία; Εκτός κι αν ως ακεφιά ερμηνεύονται οι δραματικές σκηνές της Ρένας που θα έπρεπε να επαινεθούν… Χώρια που κανείς/καμιά δεν αναφέρθηκε στο πώς σατιρίζει την ίδια την εικόνα της παρουσιάζοντάς την ευατή της ως αυστηρή βεντέτα].

Τρίτον: Ο Κώστας Βουτσάς εξήντλησε το ρεπερτόριο των αυτοσχεδιασμών του.

Τέταρτον: Βεντέττα (η Ζωή Λάσκαρη ήταν απησχολημένη σ’ άλλο πλατώ), σενάριο, διάλογοι και χιούμορ απουσιάζουν. Παρ’ όλα αυτά, μας βεβαιώνουν οι κατασκευαστές της, η ταινία στοίχισε 3.500.000 δραχμές”… Όσο για το Έθνος: “ισχνό” σενάριο, “υπολογισμένες δόσεις γέλοιου, συγκινήσεως, θεάματος, μουσικής και χορού”, γενικά μια “τυποποίησις” που παρά το “πολύχρωμο” και “αστραφτερό θέαμα” “αφίνη να μαντέψη κανείς την κόπωσι του δημιουργού. Πράγμα πολύ φυσικό άλλωστε, αν σκεφθούμε ότι όλα έχουν τα όριά τους, ακόμα και η γόνιμη φαντασία του Δαλιανίδη”.

Ραντεβού στον αέρα: Ο Δαλιανίδης παρουσιάζεται βελτιωμένος

Ο Γ. Μπακογιαννόπουλος πάντως (Ελευθερία, 1-2-1966) θεωρεί πως ο Δαλιανίδης παρουσιάζεται βελτιωμένος σε κάθε του ταινία και επισημαίνει: “Σ’ ένα χώρο που βασιλεύει ακόμη η αγυρτεία και η άγνοια, η σταθερή κατάκτηση ενός ‘μετιέ’ δεν είναι κάτι που μπορεί να παραβλεφθή”. Θεωρεί όμως πως η ταινία δεν είναι μιούζικαλ, αφού τα μουσικά νούμερα δεν ξεπηδούν “φυσιολογικά μέσα από την ροή του έργου, τόσο την αφηγηματική όσο και την μουσικοχορευτική” και αν κάποιος τα αντικαταστήσει με άλλα, δεν θα υπάρξουν απώλειες, αφού προστίθενται “εντελώς αυθαίρετα” σε έναν “σκόρπιο” καμβά “πανομοιότυπο” με της φάρσας.

Και προσθέτει: “Το μιούζικαλ χρειάζεται αναγκαία ένα ιδιοφυή συνθέτη και ηθοποιούς που να μπορούν να παίζουν, να τραγουδούν και να χορεύουν, όπως π.χ. ο Κέλλυ, η Μακ Λαίην. Εδώ ο Βουτσάς μόνον παίζει, η Βλαχοπούλου παίζει και τραγουδά, οι κοπέλλες μόνο χορεύουν, ο Βογιατζής μόνο τραγουδά. Πώς να συνδεθούν σε ένα ενιαίο σύνολο;”

Άνθρωπος για όλες τις δουλειές

Μια πιο γενική, ενδιαφέρουσα, ανάλυση των φαινομένων “Δαλιανίδης” και “Φίνος Φιλμ” επιχειρεί ο Γ. Πηλιχός στα Νέα.
Ο Γιάννης Δαλιανίδης ήταν ο “άνθρωπος για όλες τις δουλειές” που χρειαζόταν η “Φίνος Φιλμ”, η μόνη εταιρία στον τόπο μας που έχει ξεπεράσει το στάδιο της βιοτεχνίας (από άποψη μέσων, μόνιμου προσωπικού κλπ.) ή της ενδιάμεσης επιχείρησης (αυτής που δεν έχει δικά της μέσα παραγωγής). Η “Φίνος Φιλμ” είναι εδώ και λίγα χρόνια μια σημαντική βιομηχανική μονάδα, με ετήσιο “τζίρο” πολλών εκατομμυρίων, μια μονάδα καταδικασμένη, απ’ τη συνεχώς ανελισσόμενη οικονομικο-τεχνική μορφή της, να παράγη ταινίες ακατάπαυστα.

Πρώην χορευτής του “Περοκέ”

Το πνεύμα, η πρωτότυπη έμπνευση, η καλαισθησία δεν είναι πράγματα που κυλάνε στους δρόμους, προπαντός στον “ά-σχημο” καιρό μας. Έτσι, μια βιομηχανία, που, μέρα μπαίνει, μέρα βγαίνει, πρέπει ν’ απασχολήση το προσωπικό της, είναι υποχρεωμένη να “εγκλωβίση” τα αποδεδειγμένως αποδίδοντα στην αγορά προϊόντα της σε σταθερά καλούπια, τέτοια που η παραγωγική της επανάληψη να παρουσιάζη τις μεγαλύτερες πιθανότητες αποδοχής από μέρους της πλατείας.

Στην περίπτωση της “Φίνος Φιλμ”, ο πανέξυπνος Θεσσαλονικεύς, πρώην χορευτής του “Περοκέ” (κι αυτό το τελευταίο δεν το λέμε καθόλου σαν μειωτικό στοιχείο), ήταν αυτό που λένε ο “κατάλληλος άνθρωπος στην κατάλληλη θέση”. Χρειαζόταν η “τυποποίηση” του προϊόντος: αυτός την κατάφερε καλύτερα από όλους τους άλλους.

Τα καλούπια

Υποθέτουμε πως ο Δαλιανίδης σκέφθηκε κάποτε: ποια “είδη” απ’ όσα μας πουλάει ο ξένος κινηματογράφος “πιάνουν” στην Ελλάδα και ποια απ’ αυτά μπορούμε να χειρισθούμε περίπου “αξιοπρεπώς” εμείς εδώ; Κι εμπνεόμενος απ’ τα ξένα πρότυπα, έφτιαξε τη δική του θεματολογία, τα καλούπια του: μιμήθηκε έξυπνα τα πρότυπά τους, τους έδωσε μια επίφαση είτε “ελληνικής πραγματικότητας”, (δες για παράδειγμα τη σειρά νεανικών ηθοπλαστικών μελοδραμάτων), είτε “ελληνικού χιούμορ” (του τρέχοντος επιπέδου των ελληνικών επιθεωρήσεων).

Με σύμμαχο το τεχνικό “ραφφινάρισμα” της “Φίνος Φιλμ” ο Δαλιανίδης κατάφερε: 1) να επαναλαμβάνη ο ίδιος τον εαυτό του, με σταθερή ως τώρα εμπορική απόδοση 2) να είναι… αμίμητος. Πραγματικά όλες σχεδόν οι απόπειρες των δεκάδων Νεοελλήνων, πούχουν “δηλώσει” σεναριογράφοι, σκηνοθέτες ή παραγωγοί να υπεισέλθουν στα “μυστικά” του Δαλιανίδη και να πιάσουν κι αυτοί την “καλή”, κατέληξαν σ’ αποτυχία.

Μουσικό παραμύθι

Χρόνια τώρα, ο σκηνοθέτης του “Κατήφορου”, σε στιγμές αυτοκριτικής, υπόσχεται στον εαυτό του να βγη απ’ τον φαύλο κύκλο της επανάληψης και της συνταγής, να γυρίση κάτι δικό του, πρωτότυπο, αλλοιώτικο. Θα το καταφέρη κάποτε; Ποιος ξέρει; Για την ώρα, μ’ αυτό το “Ραντεβού στον Αέρα” μας σερβίρει μιαν ακόμη έκδοση του παλιού μουσικού παραμυθιού του, με τους αιώνιους νεαρούς ερωτευμένους, την αιώνια γεροντοκόρη Ρένα Βλαχοπούλου που επιτέλους παντρεύεται, τις αιώνιες απίθανες απιθανότητες, το αιώνιο “επιθεωρησιακό” φινάλε (όλος ο θίασος επί σκηνής) από το οποίο δε λείπει ούτε καν η “πασαρέλλα” των αθηναϊκών “ρεβύ”.

Ο κόσμος, βέβαια, γελάει με τα καμώματα της Βλαχοπούλου-κλόουν ή με τη θέα του Βουτσά μ’ εσώρουχα κι ίσως-ίσως εντυπωσιάζεται απ’ τις αιώνιες “ονειρώδεις” χορευτικές σκηνές, πούχει κεντήσει–κι αυτή τη φορά–ο Μανώλης Καστρινός, πάνω στην κινηματογραφική μουσική–κι αυτή τη φορά–του Μίμη Πλέσσα. Εμείς απλώς δυσανασχετούμε. Φύγαμε με την αίσθηση πως, σίγουρα, την ταινία την είχαμε ξαναδή. Ο Δαλιανίδης μας είχε για μιαν ακόμη φορά βουλιάξει στο έγχρωμο τέλμα του, απ’ το οποίο πρέπει κάποτε ν’ αποφασίση ο ίδιος να βγη. Αν μπορή. Για το καλό του.
Τα Νέα, 1-2-1966…